- ἐκτελειόω
- ἐκτελ-ειόω or [suff] ἐκτελ-εόω,A bring to perfection, Thphr.CP4.1.5, etc.;
βίον Plu.Publ.23
.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
βίον Plu.Publ.23
.Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ἐκτελειούμενον — ἐκτελειόω bring to perfection pres part mp masc acc sg ἐκτελειόω bring to perfection pres part mp neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκτελειοῦσθαι — ἐκτελειόω bring to perfection pres inf mp … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκτελειώσας — ἐκτελειώσᾱς , ἐκτελειόω bring to perfection aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)